Paul Celan: Κοιμήσου έτσι, λοιπόν, κοιμήσου

O Paul Celan έγινε ποιητής με έναν και μοναδικό στόχο : να βάλει σε λέξεις τις ακραιότητες των ανθρώπινων εμπειριών. Δεν μπόρεσε ποτέ να βρει ηρεμία σε μια μονάχα γλώσσα, αλλά έγραφε όπως έλεγε “για να παραμείνει άνθρωπος”. 

Γεννιέται στις 23 Νοεμβρίου 1920 σε μια επαρχία της σημερινής Ουκρανίας. Από εβραίογερμανική οικογένεια, ξεκινά τις σπουδές του σε γερμανόφωνο σχολείο, αλλά ο πατέρας του, έμπορος ξύλου και ιδιαίτερα θρησκευόμενος άνθρωπος, τον στέλνει σε εβραϊκό σχολείο για να μελετήσει τις Γραφές. Ο Πάουλ όμως είχε πάντοτε πάθος για τη λογοτεχνία και την ποίηση και σχεδόν μηδενικό ενδιαφέρον για τη θρησκεία. 

Η ιδιαίτερη πατρίδα του, το Τσέρνοβιτς, βρισκόταν ακριβώς στην καρδιά της Ευρώπης, ανάμεσα στην Οδησσό, το Κιέβο και το Βουκουρέστι και εκείνη την εποχή είχε περισσότερα βιβλιοπωλεία από ότι φούρνους. Η πόλη ήταν μέρος της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας, πριν ενταχθεί στη Ρουμανία. Ο Τσέλαν έλεγε πάντα ότι λάτρευε αυτήν την πόλη. 

Από τα πρώτα του ποιήματα το 1938-39 η ποίηση του καταβάλλεται από τον πόλεμο που μόλις είχε ξεσπάσει. Ο Τσέλαν ήταν ένας ονειροπόλος νέος που συγκινούνταν από τις ιδέες του αναρχισμού και της επανάστασης, όμως η σκιά του πολέμου και ο αντισημιτισμός ήταν ήδη παρόντες για πολλά χρόνια στη ζωή του. Στο έργο του υπάρχει από την αρχή η συνείδηση της κατάστασης και των όσων επρόκειτο να ακολουθήσουν. Η ποίηση του είναι εμποτισμένη, εξαρχής, από έναν τόνο μελαγχολίας, που θα μπορούσε σε κάποιον να θυμίσει τον Βερλαίν. 

Ταξιδεύει για την Τουρ, όπου θα ξεκινούσε τις σπουδές του στην ιατρική, το 1938, αλλά βλέπει τους Ναζιστές να καταλαμβάνουν την Αυστρία. Επιστρέφει από τη Γαλλία στο Τσέρνοβιτς για διακοπές, αλλά ο πόλεμος ξεσπά και αναγκάζεται να παραμείνει εκεί. Από το 1941 και έπειτα είναι υποχρεωμένος να κυκλοφορεί φορώντας το Αστέρι του Δαβίδ. Πολύ σύντομα μεταφέρεται σε στρατόπεδο συγκέντρωσης, μαζί με χιλιάδες άλλους Εβραίους της πόλης του, όπου περνά 18 μήνες. Οι γονείς του εκτελούνται σε στρατόπεδα συγκέντρωσης. 

Το 1944 η πόλη απελευθερώνεται και περνά υπό Σοβιετική κυριαρχία, αλλά ο Τσέλαν δεν βλέπει την ελευθερία σε αυτήν την αλλαγή. Φεύγει για τη Βιέννη το 1947, όπου και αρχίζει ξανά να γράφει. Εκεί εκδίδει και την πρώτη του ποιητική συλλογή και πολύ σύντομα ξεκινά να συναντιέται με άλλους λογοτέχνες και ποιητές που ζούσαν στη Βιέννη. Λίγα χρόνια αργότερα μετακομίζει στο Παρίσι, όπου και θα παραμείνει έως το θάνατο του. Ο ποιητικός του λόγος γίνεται για πρώτη φορά πιο μαλακός και έντονα ρομαντικός. Ο ερωτισμός στα ποιήματα του Τσέλαν έχει απεύθυνση και ο συνομιλητής του είναι γυναίκα. 

Νανούρισμα

Σαν πεταλούδα μες στη νύχτα

άφησε με στον ελαφρό σου ύπνο:

πάνω σου να παραμένω σιωπηλός

παρατηρώντας την ανάσα σου

μες στο καθρέφτη δεν είναι πολύ αργά
ανακηρύσσει τις ώρες σου σε κορώνες 
το φεγγάρι δεν θα φωτίσει τα μαλλιά σου
όπως έρχεται φυσώντας

βλέπω κάτω από τα βλέφαρά σου
έτσι όπως κρύβονται από τους ξένους
έχω την τάση για σένα να τείνω 
αυτό που κινείται..

Εάν στη συνέχεια σηκώσεις τα χέρια σου
γιορτάζοντας στο σκοτάδι σαν νυμφευμένη
είμαι αυτός που θροΐζει σαν πέπλο
ενώ εσύ σαν ξένη φτερουγίζεις.

To 1952 παντρεύεται την Gisele Lestrange και σε 19 χρόνια που θα παραμείνουν μαζί της γράφει περισσότερα από 700 γράμματα. Το 1960 λαμβάνει το βραβείο Prix Georg-Büchner, όμως από το 1965 και μετά αρχίζει να μπαινει σε ψυχιατρικές κλινικές. Ο Τσέλαν δεν μπόρεσε να νικήσει τη μελαγχολία, τον πόλεμος και την αγριότητα και τη νύχτα της 19η Απριλίου 1970 πέφτει στο Σηκουάνα από το Ποντ Μιραμπό. Το σώμα μου θα βρεθεί 10 μέρες αργότερα, 10 χιλιόμετρα πιο μακριά. 

Les Adieux

Σιγανή νυχτοπεταλούδα η αποθυμιά:
η νύχτα κουρταλεί στους κάλυκες της τουλίπας
και όπως γερνούν τα σύννεφα είναι κρασί!

Τι ωφελεί το αίμα μου πια;

Περιστέρια και δροσιά
ήταν ζωή.

Περιστέρια και δροσιά είναι επίσης θάνατος…

Α χορτάρια, μίσχοι εσείς αστεριών:
ποιος άνεμος σας παίρνει μακριά;