Καλοκαιράκι. Νύχτα. Κάθεσαι στο μπαλκόνι.

Φυσάει απαλό αεράκι που ανακατώνει τα φυλλώματα των δέντρων και φέρνει μυρωδιές. Να, καλή ώρα οι πατάτες που τηγανίζει η γειτόνισσα.

Μία από τις λίγες γειτόνισσες που έχουν μείνει στην πόλη, δηλαδή. Οι άλλες σουλατσάρουν κάπου στα χωριά τους.

Και τότε, ακούς ένα σούρσιμο. Μετά, ένα παράξενο γάβγισμα. Ανασηκώνεσαι.

Διαρρήκτης; Δολοφόνος; Τι;

Κοιτάς γύρω σου σαν λαγωνικό που έχει σηκώσει τα αυτιά του και προσπαθείς να εντοπίσεις κάποιον στο σκοτάδι.

Έχει χαλάσει και η λάμπα στην κολώνα και ο Δήμος δεν την έχει αντικαταστήσει, να πάρει!

Και ξάφνου, σκάει μύτη ένα γατί που την έχει δει ορειβάτης και έχει περάσει από το διπλανό μπαλκόνι στο δικό σου. Χαλαρώνεις.

Μετά, κοιτάς εκείνο το αστυνομικό που έχεις αγοράσει από το greekbooks.gr και σκέφτεσαι πως κάποιος ξέρει τι θα κάνεις φέτος το καλοκαίρι.

Θα επιμείνεις διαβάζοντας. Άλλωστε, όταν ήσουν παιδί ήθελες να γίνεις Ηρακλής Πουαρό.!!